Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Για την πορεία αλληλεγγύης της 23ης Ιουλίου

Από πού ήρθαν τα τραγούδια;

Το μεσημέρι, ζέστη αποπνικτική, πλατεία Ναυαρίνου. Συναντιέμαι με τον Κ.Α. Μιλάμε για πολλά. Και για την πορεία την αποψινή, και για αυτή που πέρασε, της Παρασκευής. Μένει μια φράση του στο νου: "Δεν τραγουδάμε πια στις πορείες, παλιά τραγουδούσαμε."

Μέχρι τις εφτά, περιπλάνηση στην άδεια πόλη. Ένα θλιβερό καύκαλο που ασπρίζει στον ήλιο εν τω μέσω ερήμου. Τουρισμός στα κοινωνικά χαλάσματα. Στην παραδοσιακή μελαγχολία που αποπνέουν οι εγκλωβισμένοι του θέρους μοιάζει να προστίθεται μια αύρα οικουμενικής παραίτησης. Ίσως είναι απλώς η ζέστη, την οποία από ένα σημείο και μετά είναι μάταιο να προσπαθείς να καταπολεμήσεις. Κι έτσι, παραδίδομαι κι εγώ στον ιδρώτα μου και βρίσκω εκεί μια κάποια ελευθερία.

Από τις εφτά στην πλατεία. Ένα μεγάφωνο παίζει αγωνιστική μουσική.

Από πού ήρθαν τα τραγούδια;

Άτυπο γκάλοπ με τις ανθρώπινες φιγούρες στο πάρκο: οι μικροί άνθρωποι, με τα χαλασμένα δόντια, τα πεσμένα μαλλιά, τα φτηνά ρούχα. Περνούν την ώρα τους στο πάρκο όπως τόσοι από τους άφραγκους στις πόλεις; Συνέρρευσαν από περιέργεια; Είναι με μας, είναι με την πορεία; Θα τους ξαναδώ αργότερα, να κρατούν λάβαρα και να βαδίζουν, οι μικροί άνθρωποι, η κατεσταλμένη ανθρωπογεωγραφία της Τσιμισκή, ο πληθυσμός των άγνωστων συνοικιών και των ξεχασμένων επαγγελμάτων.

Κάπου μετά τις 8.30 ξεκινάμε. Μπάτσοι ελάχιστοι, παρακολουθούν από απόσταση. Κι αφού λείπει η ένταση της επερχόμενης σύγκρουσης, κι αφού ο βασικός εχθρός είναι προς το παρόν η υγρασία που μας κάνει μούσκεμα από τα πρώτα τετράγωνα, συγκεντρώνεται κανείς στους ανθρώπους. Σ' αυτή την μεσήλικη κυρία, μοιάζει συνταξιούχος δασκάλα, που κάποιος αποκαλεί "συντρόφισα", και που χαμογελά και συζητά χαμηλόφωνα καθώς βαδίζει· στις γυναίκες με τα φτηνά παπούτσια και τις πρησμένες γάμπες· στον παππού με το άσπρο πουκάμισο και την τραγιάσκα, λεπτό, ψηλό κι ευθυτενή, που πορεύεται μπροστά.

Και σ' έναν άντρα, με αραιό μαλλί, που βρίσκεται μια δίπλα μου, μια μπροστά μου, φωνάζει όλα τα συνθήματα, χαμογελά, με το φτηνό τι-σερτ του και τον ιδρώτα του να τρέχει στην πλάτη, κοιτάζει γύρω του στους λιγοστούς περαστικούς, παθιάζεται, ρουφάει όλη την ενέργεια γύρω του άπληστα, αχόρταγα, σαν πεινασμένος και διψασμένος από καιρό. Βλέπω την πορεία από τα μάτια του από ένα σημείο και μετά: η Τσιμισκή και η Αγίας Σοφίας, γεμάτες καταστήματα από όπου δεν μπορούσες ποτέ να ψωνίσεις μένουν ακίνητες να σε κοιτούν. Είσαι το κέντρο της πόλης, το αίμα μες στις φλέβες της, παρελαύνεις μπροστά στις άδειες εξέδρες του πλούτου, στα εγκατελειμμένα στάδια των ξεθωριασμένων θεαμάτων. Είσαι ο νικηφόρος στρατός που ήρθε μετά την καταστροφή και σε κοιτάζουν από τα παράθυρα οι λιγοστοί κάτοικοι που απέμειναν. Η πόλη είναι δική σου.

Από πού έρχονται τα τραγούδια;

Να μην είσαι τίποτα και να γίνεσαι κάτι. Να είσαι αόρατος και να γίνεσαι ορατός. Να είσαι ο κρινόμενος και να γίνεσαι ο κριτής. Να είσαι αυτός στον οποίο όλα λείπουν και να γίνεσαι αυτός στον οποίο όλα περισσεύουν. Να σταματά για λίγο να σε σπρώχνει παράμερα ο κόσμος ή να σε προσπερνούν όλοι και όλα. Να χτυπάς το χέρι στο τραπέζι μιας χαμένης διαπραγμάτευσης και να λες "Όχι! Αυτό είναι δικό μου και δεν θα το πάρεις!" Να αποκτάς και πάλι σώμα. Σώμα που χαίρεται τον εαυτό του, τις δυνάμεις του, την έντασή του, τον ιδρώτα του, τη φωνή του, τις κινήσεις των χεριών και των ποδιών του, την αίσθηση των ρούχων του πάνω στο δέρμα, την φυσική της εγγύτητας και τον χορό του συγχρονισμού με τα άλλα σώματα. 

Κοιτάζω τον άνθρωπο που είναι στην πορεία, και δεν είναι στην πορεία. Είναι η πορεία. Δεν συμπαραστέκεται στους χαλυβουργούς, είναι όλοι μαζί οι χαλυβουργοί. Είναι η τάξη όλη.  Είμαστε όλοι εδώ για να βαδίσει, να μιλήσει, να φωνάξει, να χαμογελάσει, να μετρήσει τον θρίαμβό του πάνω στην πόλη που τον παραμερίζει μέρα με τη μέρα, πρωί μεσημέρι βράδι πενηντακάτι χρόνια.

Προς το τέλος της Τσιμισκή, πριν στρίψουμε, μου έρχεται πως θέλω να συνεχίσουμε, ευθεία. Να συνεχίσουμε να περπατάμε κι άλλο, κι άλλο. Προς τα πού; Προς την έξοδο. Δεν είναι αυτός ο προορισμός κάθε πορείας; Η έξοδος από τον κόσμο απ' τον οποίο ξεκίνησε, η διάσχιση του δρόμου ως το τέλος του; Ειδον, ειδον την ταλαιπωριαν του λαου μου του εν Αιγυπτω και ηκουσα την κραυγην αυτων εξ αιτιας των εργοδιωκτων αυτων· διοτι εγνωρισα την οδυνην αυτων· και κατεβην δια να ελευθερωσω αυτους εκ της χειρος των Αιγυπτιων και να αναβιβασω αυτους εκ της γης εκεινης εις γην καλην και ευρυχωρον...

Αλλά όχι. Στην Αριστοτέλους στρίβουμε. Η πλατεία είναι στη θέση της. Επιστρέφουμε στην ανέστια ύπαρξη, ιδρωμένα φαντάσματα, περιπλανώμενοι Ιουδαίοι, ανεκπλήρωτοι όπως πρώτα. 

Αλλά τώρα ξέρω από πού έρχονται τα τραγούδια, τόσα πολλά τραγούδια, περισσότερα από τα νησιά που ξέρασαν οι σεισμοί και οι μετακινήσεις των τεκτονικών πλακών και οι προαιώνιες καταστροφές, περισσότερα ακόμα κι απ' τους ανθρώπους σ' αυτή τη χώρα. 

Υπάρχει κάτι μικρό μέσα στον άνθρωπο, δεν ξέρω ακριβώς πού βρίσκεται, η ανατομία δεν το γράφει. Κάτι μικρό σαν κόμπος, σαν χαλασμένος διακόπτης που σταματά τη μηχανή. Κάτι διαολεμένο και ανεξήγητο, αδιάλλακτο, γενναιόδωρο, ερωτιάρικο, βίαιο, ακατάδεχτο, ακαταμέτρητο, συμπονετικό, ένας μικρός Διόνυσος, ένας αλλόκοτος πάνθηρας, ένας έξαλλος γίγαντας, κάτι που δεν λογίζεται και δεν συνυπολογίζεται. Κάτι που αυτοί φοβούνται. Φοβούνται τη χαρά του μικρού ανθρώπου, τη χαρά που βγάζει επειδή είναι, επειδή έγινε ενώ δεν ήταν, κι επειδή υπάρχουν φορές που βρίσκει το κλεμμένο σώμα του να τον περιμένει. Θερμό, ιδρωμένο, θυμωμένο και λεύτερο. 

Τα τραγούδια θα έρθουν πίσω. Τίποτα δεν θα τα σταματήσει. Θα φυτρώσουν παντού σαν ανεξέλεγκτα παράσιτα, θα γεμίσουν την ερειπωμένη γη ως τα μπούνια. Θα επιτεθούν στα λαρύγγια μας σαν σμήνη από αγγελικές κραυγές. Θα είναι κάθε λογής τραγούδια. Και θα είναι δικά μας, από αυτά που δεν θα μας πάρουν πίσω. 

4 σχόλια:

  1. Ήμουν κι εγώ εκεί. Κρίμα που δε μιλήσαμε.

    Μην καρτεράτε http://www.youtube.com/watch?v=k_OwQR2h6nA

    Χ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απ’ την Αριστοτέλους στρίψαμε για την ανέστια ύπαρξη και αφήσαμε στη μέση την έξοδο, όχι απ’ την Αγίας Σοφίας.

    Είναι κάτι ηλικιωμένοι 100 χρονών που έρχονται είτε έχει χιόνι, είτε έχει βροχή, είτε έχει καύσωνα.
    Θα μου πεις εδώ φάγανε τα νιάτα τους για κάποιες ιδέες, στα γηρατειά και στις άσχημες καιρικές συνθήκες θα κολώσουν;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κατέβηκα και εγω, ήμουν μόνη μου, ήθελα να ενωθω με τους πολλούς, μην αντεχοντας πια την πολιτικη μιζέρια της πόλης μου. Και απο κάποια στιγμη και μετα, μέσα στην πορεία, χαμογελουσα και εκλαιγα μαζι, γιατί δεν ήμουν πια μόνη και ναι, πάντα εκει ανήκα. Τί λάθος να διαλέγεις λάθος επιφασεις!  Γμτ δεν ήξερα πώς ήσουν εκει. Δεν πειράζει. Όπως πάντα, γράφεις για όλους μας.
    Συντροφικά, Εύη 

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Έγινε η διόρθωση.

    Χαιρετώ και χαιρετίζω τους συντρόφους και συντρόφισες με τους οποίους είχα την ευκαιρία να συμβαδίσω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή