Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Φιάλη οξυγόνου

Με μια φιάλη οξυγόνου κατέβηκε
ο δισέγγονος του ναυμάχου στην πράσινη
καρδιά των βυθών, τ' άγρια γένια του
τα φυσούσε υποθαλάσσιο πνεύμα.
 "Είσαι φτωχός λοιπόν
Σαχτούρη, φτωχός σαν τον Καρούζο;"
του φώναξα μέσα απ' το νερό.
"Πούλησα τα σπίτια, έκαψα τα βιβλία δυο φορές",
απάντησε. "Σας τα 'πα εγώ για τον νονό μου,
για την κληρονομιά. Μα σύννεφα εγώ δεν ήθελα
για ν' αρπαχτώ. Το βάρος των σκαφάνδρων
με συνεπήρε, έπρεπε να 'μουν Καλυμνιώτης! "
Και λέγοντάς τα αυτά, το χέρι έτεινε σαν πλόκαμο
κι έναν τεράστιο σπόγγο μου προσέφερε.
Ήταν κίτρινος σαν τον αδιανόητο ήλιο που πύρωνε
μες στο κρανίο του. Το ζούληξα, έμπηξα το νύχι βαθιά·
διεστάλθησαν μεμιάς οι κυψέλες των πνευμόνων μου.
"Ύδρα-οδός Ίμβρου, ενός θανάτου δρόμος!"
είπε, και είχε όντως προλάβει να πεθάνει
αστραπιαία. Κοίταξα το ημερολόγιο, ήταν
μια μέρα πριν γεννηθώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου