Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Klaus Busch-Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα σε Κρίση (1984) Ι

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα σε κρίση
του Klaus Busch
μετάφραση: Μπάμπης Αντωνίου, Γιώργος Κίνιας
Θέσεις, Τεύχος 8, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1984

1. Η μέχρι τώρα πορεία της ολοκλήρωσης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα: από την τελωνειακή στην οικονομική και νομισματική ένωση. 
Η δυτικοευρωπαϊκή διαδικασία ολοκλήρωσης πρέπει να αναλυθεί στα πλαίσια του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού μεταξύ ΗΠΑ και Δυτικής Ευρώπης. Επειδή το προβάδισμα σε παραγωγικότητα του αμερικανικού κεφαλαίου έναντι των ευρωπαίων ανταγωνιστών του μπορεί να αναχθεί στις συνθήκες της αμερικανικής εσωτερικής αγοράς, που επιτρέπουν στο αμερικανικό κεφάλαιο ένα σχετικά ψηλό βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης και μαζί μ' αυτό ένα σχετικά ψηλό τεχνολογικό επίπεδο, προσπαθεί το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο να εξισώσει αυτά τα μειονεκτήματα του, σ' ότι αφορά τον ανταγωνισμό, μέσα από μια διαδοχική διαδικασία ολοκλήρωσης των εθνικών αγορών του.

Δηλωμένος στόχος της ΕΟΚ είναι, σύμφωνα με τις συνθήκες της Ρώμης του 1958, η δημιουργία μιας οικονομικής κοινότητας με ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και κεφαλαίων, ελεύθερη διακίνηση της εργατικής δύναμης, ελευθερία εγκατάστασης στο εσωτερικό της και μια κοινή εμπορική πολιτική προς τα έξω. Αυτή η στρατηγική υπήρξε πολύ πετυχημένη στη δεκαετία του 60, όταν το κύριο πρόβλημα ήταν η πραγματοποίηση της τελωνειακής ένωσης, η Κοινή Αγορά. Τα τελωνειακά τείχη μεταξύ των έξη (6) κρατών - μελών έπεσαν διαδοχικά μέχρι τον Ιούλη 1968 με αποτέλεσμα να ενταθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των εθνικών ευρωπαϊκών κεφαλαίων. Ενώ το κοινωνικό προϊόν (σε τρέχουσες τιμές) υπερδιπλασιάστηκε μεταξύ 1958-1968, τετραπλασιάστηκε στην ίδια περίοδο (σε τρέχουσες τιμές) το εμπόριο μέσα στην ΕΟΚ. Ταυτόχρονα αναπτύχθηκε το εμπόριο της ΕΟΚ με τον υπόλοιπο κόσμο κατά 110%, δηλ. με τον ίδιο ρυθμό όπως το συνολικό παγκόσμιο εμπόριο1. Το μερίδιο του εσωτερικού εμπορίου της ΕΟΚ στο συνολικό εμπόριο της, ο λεγόμενος συντελεστής ολοκλήρώσης, ανέβηκε από 30,1% το 1958 σε 45% το 68 και το 72 έφτασε ήδη το 50,1%2. 

Σαν αποτέλεσμα του οξυμένου ανταγωνισμού των εθνικών κεφαλαίων σε μια κοινή ευρωπαϊκή αγορά οξύνθηκε η διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου (αν και αρχικά κύρια στα πλαίσια του κάθε έθνους), έτσι ώστε η τελωνειακή ένωση να δώσει σημαντική ώθηση συνολικά στη διαδικασία συσσώρευσης του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι εκτός των άλλων και σ' αυτόν τον παράγοντα οφείλεται η μείωση της διαφοράς παραγωγικότητας μεταξύ του αμερικανικού και των δυτικοευρωπαϊκών κεφαλαίων στη δεκαετία του 60. Το ακαθάριστο εγχώριο κοινωνικό προϊόν (σε τιμές αγοράς) των ΗΠΑ ανά απασχολούμενο αυξήθηκε απ' το 60 ως το 69 κατά 23%· ταυτόχρονα αυξήθηκε η μ' αυτόν τον τρόπο υπολογιζόμενη παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο στην ΕΟΚ κατά 54%. Το απόλυτο προβάδισμα παραγωγικότητας των ΗΠΑ έναντι της ΕΟΚ έπεσε έτσι από το λόγο 3:1 στο 2,5:1. 

Η στρατηγική αυτή του δυτικοευρωπαϊκού κεφαλαίου βρίσκει τη συνέχεια της στη δεκαετία του 70 με τη διεύρυνση της κοινοτικής τελωνειακής ένωσης με τη Μεγ. Βρετανία, την Ιρλανδία και τη Δανία (τελευταίο στάδιο 1977) και με την ίδρυση μιας δυτικοευρωπαϊκής ζώνης ελεύθερου εμπορίου με τις υπόλοιπες χώρες του ΕΖΕΣ Αυστρία, Ελβετία, Σουηδία, Φινλανδία, Ισλανδία και Πορτογαλία (τελευταίο στάδιο επίσης 1977). Ενώ λοιπόν η τελωνειακή ένωση μπόρεσε να πραγματοποιηθεί σχετικά ομαλά, στη δεκαετία του 60 απέτυχε εξαρχής η επόμενη βαθμίδα της διαδικασίας ολοκλήρωσης που είχε μπει σαν στόχος, δηλ. ο σχηματισμός μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης (απόφαση της συνδιάσκεψης κορυφής της Χάγης. Δεκ. 69). 

Στόχος της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) είναι η πλήρης φιλελευθεροποίηση της κυκλοφορίας εμπορευμάτων, εργατικής δύναμης, και κεφαλαίων σ' ένα κοινοτικό νομισματικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από την μη αντιστρεπτή μετατρεψιμότητα των νομισμάτων, τον αμετάκλητο προσδιορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών, την εξάλειψη των περιθωρίων διακύμανσης των τιμών συναλλάγματος, όπως και από ένα ενιαίο και κοινοτικό κεντρικό τραπεζικό σύστημα. Μετά από μακρές συζητήσεις για την επαρκέστερη άποψη προς την βαθμιαία πραγματοποίηση της ΟΝΕ, το συμβούλιο υπουργών της ΕΟΚ αποφάσισε την άνοιξη του 72 το ακόλουθο σταδιακό πρόγραμμα: Σε μια πρώτη βαθμίδα, (αναδρομικά από 1.1.71 ως 31.12.73) θα ‘πρεπε να ενταθούν οι διαβουλεύσεις των χωρών μελών για την εκάστοτε οικονομική πολιτική και να περιοριστούν σαν πρώτο βήμα νομισματικής πολιτικής τα περιθώρια διακύμανσης μεταξύ των συναλλαγμάτων των μεμονωμένων χωρών στο 2,25%. Ταυτόχρονα (θα) πρέπει να αναπτυχτεί το σύστημα στήριξης των νομισμάτων στην ΕΟΚ, με την βοήθεια του οποίου πρέπει να σταθεροποιηθούν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες στο αποφασισμένο πλαίσιο. 

Μετά την παρέλευση αυτού του πρώτου σταδίου προς την ΟΝΕ, που μπορεί ενδεχόμενα να παραταθεί κατά δύο χρόνια, πρέπει το συμβούλιο των υπουργών να αποφασίσει μέτρα για τη μετάβαση στο δεύτερο στάδιο. Πυρήνας της δεύτερης βαθμίδας πρέπει να είναι η διεύρυνση του νομισματικοπολιτικού συστήματος στήριξης, όπως και η συμφωνία της μεσοπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής των χωρών - μελών. Τα παραπέρα στάδια της ΟΝΕ οφείλουν να καθορίζονται μέσα από αποφάσεις του συμβουλίου υπουργών, όπου με έναν όλο και στενότερο συντονισμό της οικονομικής πολιτικής θα πρέπει να δημιουργηθούν τελικά οι όροι για την τελειωτική ένωση των συναλλαγμάτων. Σαν συνολικό χρονικό διάστημα για την εγκαθίδρυση της ΟΝΕ προβλέπονται 10 χρόνια. 

Είναι ευνόητο πως το σχέδιο της ΟΝΕ βρίσκει πολύ μεγαλύτερες εθνικές αντιστάσεις απ' ότι ο σχηματισμός της τελωνειακής ένωσης. Ενώ η τελωνειακή ένωση μέσω της αμοιβαίας άρσης των φραγμών στις εισαγωγές επέφερε προτερήματα και μειονεκτήματα σε κάθε χώρα της κοινότητας και ακόμη σε περίπτωση πολύ μονόπλευρης ζημιάς μιας χώρας που θα φανερωνόταν πολύ γρήγορα σε ελλείματα του εμπορικού ισοζυγίου άφηνε ανοιχτή την πιθανότητα συναλλαγματικής προσαρμογής, η ΟΝΕ ευνοεί μονόπλευρα τα εθνικά κεφάλαια με τους μεγαλύτερους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας και στερεί τα εθνικά κεφάλαια, που αναπτύσσονται με αργότερους ρυθμούς, από τη δυνατότητα να ισορροπήσουν αλλαγές στις συνθήκες ανταγωνισμού στο χώρο της ΕΟΚ μέσω συναλλαγματικών προσαρμογών. 

Την έκταση της άνισης ανάπτυξης των συνθηκών ανταγωνισμού στο χώρο της κοινότητας τεκμηριώνει η άνιση ανάπτυξη των μέσων τιμών εξαγωγών για τις σπουδαιότερες χώρες της ΕΟΚ. Ενώ ο δείκτης αυτός της εξέλιξης των τιμών των εξαγωγικών αγαθών ανέβηκε μεταξύ 1963 και 70 στη Δ. Γερμανία (ΟΔΓ) από το 100 στο 103, ανέβηκε στη Γαλλία στο 147, στη Μ. Βρετανία στο 159 και στην Ιταλία το 1803. Προσδιορισμένα - σταθερά συναλλάγματα θάχουν στα πλαίσια μιας ΟΝΕ κάτω απ' αυτές τις συνθήκες καταστροφικές επιδράσεις για το βρετανικό και ιταλικό κεφάλαιο. Δεν είναι περίεργο λοιπόν πως ήδη το πρώτο στάδιο της ΟΝΕ ναυάγησε από τα πράγματα. Το Μάρτη του 72 αποφάσισαν όλες οι χώρες της ΕΟΚ να περιορίσουν μεταξύ τους το περιθώριο διακύμανσης των νομισμάτων τους από 4,5% στο 2,25%· οι υποψήφιες για είσοδο χώρες (Μ. Βρετανία, Ιρλανδία, Δανία, Νορβηγία) συντάχτηκαν κι αυτές μ' αυτό το βήμα. 

Ένα χρόνο αργότερα, με το πέρασμα των κοινοτικών νομισμάτων στην ομαδική διακύμανση (BLOCKFLOATING) έναντι του δολλαρίου, αποχώρησαν απ' το νομισματικό σύνδεσμο η Μ. Βρετανία, η Ιρλανδία και η Ιταλία. Το γερμανικό μάρκο ανατιμήθηκε το 73 μέσα στο μπλοκ κατά 3% αρχικά και κατόπι κατά 5,5%. Η Γαλλία αποχώρησε από το ευρωμπλόκ από το Γενάρη του 74 ως τον Ιούλη του 75, έτσι ώστε εκείνο το διάστημα από τις 9 χώρες - μέλη μόνο 5 (ΟΔΓ, Μπενελούξ, Δανία) να έχουν αλληλοδεσμευμένα τα νομίσματα τους. Ακόμα και η επιστροφή του γαλλικού φράγκου στο ευρωπαϊκό νομισματικό μπλοκ δεν άλλαξε τίποτα στην αποτυχία των σχεδίων για την ένωση των συναλλαγμάτων, γιατί η Ιταλία, η Ιρλανδία και η Μ. Βρετανία άφηναν ελεύθερα τα νομίσματα τους να διακυμαίνονται ανεξάρτητα από τα νομίσματα των ευρωπαίων εταίρων τους και γιατί μια άνιση ανάπτυξη της συσσώρευσης στα υπόλοιπα έξη κράτη - μέλη μπορούσε κάθε στιγμή να τινάξει στον αέρα αυτόν το νομισματικό σύνδεσμο. Εν τω μεταξύ το γαλλικό φράγκο αποχώρησε εκ νέου το Μάρτη του 76 από τον ευρωπαϊκό νομισματικό σύνδεσμο. 

Τα ερωτήματα που μπαίνουν ενόψει της αποτυχίας αυτής της ΟΝΕ ήδη από το πρώτο στάδιο είναι: 

1. Είναι οι δυσκολίες πραγματοποίησης της ΟΝΕ απλά οι συνηθισμένες και ιστορικά γνωστές ωδίνες του τοκετού της ευρωπαϊκής διαδικασίας ολοκλήρωσης, που τελικά μπορούν όμως να ξεπεραστούν; «Είναι απλό να προαναγγείλλει κανείς το τέλος της εθνικής οικονομικής πολιτικής και πολιτικής σταθεροποίησης. Η διαπίστωση όμως ότι τα εθνικά «σόλο» των ευρωπαϊκών κρατών παραμένουν σε τελική ανάλυση ατελέσφορα, κερδίζει έδαφος πολύ σιγά. Αρχικά επιτυγχάνεται η διαδικασία εκμάθησης και προσαρμογής των κυβερνήσεων και γραφειοκρατιών, των κοινωνικών εταίρων, επιχειρηματιών και καταναλωτών, περισσότερο μέσα από επώδυνες κρίσεις παρά από την κατανόηση της αμφίπλευρης εξάρτησης και της αναγκαιότητας μιας οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης. Επειδή η φυγή προς την εθνική απομόνωση δεν αποτελεί πλέον μια δυνατή διέξοδο, απομένει μόνο η πραγματοποίηση του τολμηρού σχεδίου της ΟΝΕ, για να μπορέσει η Ευρώπη να επιζήσει σαν μια αυτόνομη και πολυσχιδής μονάδα»4. 

2. Είναι η κρίση της ΟΝΕ μόνο η κρίση μιας πρώιμης νομισματικής αντίληψης ολοκλήρωσης, που απαιτούσε σταθερότητα συναλλαγμάτων προτού καν η οικονομική πολιτική συντονιστεί, έστω και στοιχειωδώς; 

3. Μπορεί να εναρμονιστεί η οικονομική πορεία στην ΕΟΚ μέσω μιας συντονισμένης οικονομικής πολιτικής των κρατών - μελών; Ή θα ήταν δομικοί παράγοντες που, ακόμα και σε περίπτωση μιας υπερεθνικής οικονομικής πολιτικής και ενός ευρωπαϊκού κεντρικού τραπεζικού συστήματος, θα δημιουργούσαν άνιση ανάπτυξη της συσσώρευσης στην ΕΟΚ και θα άφηναν έτσι να φανερωθεί σαν εξαρχής σαθρή η αντίληψη της ΟΝΕ; Αυτά τα ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν μόνο μετά από μια έρευνα σε βάθος των συνθηκών της πορείας της συσσώρευσης στις πιο σημαντικές χώρες της ΕΟΚ που θα κάνουμε παρακάτω. Μόνο η ανάλυση των αιτίων του άνισου ρυθμού συσσώρευσης στην ΕΟΚ μπορεί να δώσει απάντηση στην ερώτηση για την τυχαία ή αναγκαία αποτυχία της ΟΝΕ. Ιδιαίτερο βάρος στα πλαίσια της έρευνας για τη συσσώρευση πρέπει να δοθεί στα αίτια των άνισων ποσοστών πληθωρισμού στην ΕΟΚ. Γι αυτό το λόγο αφιερώνεται στο πρόβλημα του πληθωρισμού ένα ειδικό κεφάλαιο. 

Ενόψει του ποσοτικού υλικού που χρήζει επεξεργασίας, θα περιοριστεί η ανάλυση της άνισης ανάπτυξης στην ΕΟΚ στις τέσσερις σπουδαιότερες χώρες - μέλη, τη Μ. Βρετανία, την Ιταλία, τη Γαλλία και την ΟΔΓ. 


2. Η άνιση συσσώρευση κεφαλαίου στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα 
2.1. Πρώτες θεωρητικές και μεθοδολογικές παρατηρήσεις για την έρευνα της άνισης ανάπτυξης 
Πριν αναλυθεί στα πλαίσια αυτού του κεφαλαίου η πραγματική άνιση διαδικασία συσσώρευσης στις 4 χώρες της ΕΟΚ, Ιταλία, Μεγ. Βρετανία, Γαλλία και ΟΔΓ, θα έπρεπε να παρουσιαστούν εισαγωγικά μερικές θεωρητικές προϋποθέσεις για τα αίτια της άνισης κεφαλαιακής συσσώρευσης όπως και για τους λόγους της επιλογής των δεικτών που χρησιμοποιούμε για τις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου. Καταρχήν όσον αφορά τη θεωρία της άνισης κεφαλαιακής συσσώρευσης: Κάτω από καπιταλιστικές συνθήκες παραγωγής, η κερδοφορία της παραγωγής και ο ανταγωνισμός είναι οι κύριοι μοχλοί της εξάπλωσης της συσσώρευσης. Ευνοϊκές συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου αποτελούν την πρώτη προϋπόθεση μιας συνεχούς διαδικασίας συσσώρευσης. Αυτός ο καθορισμός όμως δε φτάνει για την ανάλυση του ρυθμού της συσσώρευσης· πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν, και η έκταση του ανταγωνισμού στον οποίο είναι εκτεθειμένο το κεφάλαιο. Κεφάλαια που βρίσκονται στις ίδιες ευνοϊκές συνθήκες αξιοποίησης θα συσσωρεύουν άνισα, εφ' όσον αποκλίνει ο εξαναγκασμός για συσσώρευση βάσει μιας διαφορετικής πίεσης ανταγωνισμού, στην οποία υπόκεινται.6 

Μόνο η σύνδεση συνθηκών αξιοποίησης και ανταγωνισμού επιτρέπει στην ανάλυση της συσσώρευσης συμπεράσματα πάνω στο ρυθμό ανάπτυξης της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Πρέπει λοιπόν στη διερεύνηση των αιτίων της άνισης κεφαλαιακής συσσώρευσης μεταξύ διαφόρων εθνικών κεφαλαίων να ψάχνουμε καταρχήν για τα αίτια άνισων συνθηκών αξιοποίησης, για να αναλύσουμε μετά σ' ένα δεύτερο βήμα, αν σε διαφορετικές συνθήκες ανταγωνισμού μπορούμε να αποκαλύψουμε κι άλλους παράγοντες της άνισης ανάπτυξης.

Παρατηρούμε καταρχήν τις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου: βάσει των γενικών νόμων της κεφαλαιακής συσσώρευσης διαθέτουν τα πιο αναπτυγμένα εθνικά κεφάλαια τα πιο μικρά μέσα εθνικά ποσοστά κέρδους και αντίθετα, οι χώρες με χαμηλότερο απόλυτο επίπεδο συσσώρευσης πραγματοποιούν τα ψηλότερα μέσα εθνικά ποσοστά κέρδους. Λόγω των χαμηλότερων εθνικών ποσοστών αξιοποίησης ο ρυθμός συσσώρευσης των πιο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών θα είναι χαμηλότερος από αυτόν των λιγότερο αναπτυγμένων εθνικών κεφαλαίων. Η προϋπόθεση της αρνητικής συσχέτισης μεταξύ του απόλυτου επιπέδου συσσώρευσης και του ύψους του μέσου ποσοστού κέρδους προκύπτει από τους τρεις παρακάτω συλλογισμούς: 

1. Σε μια χώρα με σχετικά ψηλό επίπεδο συσσώρευσης θα βρίσκεται και η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου σε διεθνή σύγκριση κατά κανόνα πάνω από το μέσο όρο. Η ψηλότερη σύνθεση του κεφαλαίου της χώρας αυτής πιέζει το εθνικό της μέσο ποσοστό κέρδους και ταυτόχρονα τους ρυθμούς ανάπτυξης της στα πλαίσια της συσσώρευσης του κεφαλαίου προς τα κάτω. Οι διαφορετικές συνθήκες συσσώρευσης άνισα αναπτυσσόμενων χωρών βρίσκουν μιαν άλλη έκφραση στον συντελεστή κεφαλαίου: στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες φτάνει ο συντελεστής κεφαλαίου, σε ψηλότερες τιμές απ' ότι σε λιγότερο αναπτυγμένες - αντίθετα, η παραγωγικότητα του κεφαλαίου είναι χαμηλότερη στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Μια αυξανόμενη προκαταβολή κεφαλαίου ανά παραγόμενη μονάδα αξίας παράγει με σταθερό λόγο διαίρεσης της αξίας του καθαρού προϊόντος σε κοινωνικά αναγκαία εργασία και υπερεργασία χαμηλότερο μέσο ποσοστό αξιοποίησης και έτσι χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης της συσσώρευσης. 

2. Ένας ακόμα σπουδαίος παράγοντας για την ασύμμετρη συσσώρευση πρέπει να εντοπιστεί στην άνιση δομή των κλάδων άνισα αναπτυγμένων οικονομιών. Στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ο τομέας της βιομηχανίας δεν έχει ένα τόσο μεγάλο μερίδιο στη δημιουργία της αξίας του καθαρού προϊόντος σε σύγκριση προς τη γεωργία και τις υπηρεσίες, όπως στις περισσότερο αναπτυγμένες. Η βαθμιαία διάλυση προκαπιταλιστικών χώρων στη γεωργία, τη χειροτεχνία και το εμπόριο προσφέρει έτσι μια σημαντική εφεδρεία συσσώρευσης για τις χαμηλότερα αναπτυγμένες χώρες, στο βαθμό που με την προοδευτική καταστροφή λίγων παραγωγικών περιοχών στη γεωργία και τις υπηρεσίες παράγεται ένας εθνικός εφεδρικός στρατός εργατικής δύναμης. Αυτός ο εφεδρικός στρατός ευνοεί διπλά τις εθνικές συνθήκες αξιοποίησης. Από τη μια επιτρέπει στο ποσοστό υπεραξίας να αυξηθεί μέσω μιας πίεσης στην τιμή του εμπορεύματος εργατική δύναμη και φρόντιζα από την άλλη για μια διαθέσιμη εργατική μάζα στη διαδικασία της διευρυμένης αναπαραγωγής. 

Η βιομηχανική συσσώρευση κεφαλαίου μπορεί έτσι να πραγματοποιηθεί ευκολότερα στην αυτή τεχνολογική κλίμακα, απ' ότι σε χώρες χωρίς μεγάλο εφεδρικό στρατό, όπου η ψηλότερη τιμή του εμπορεύματος εργατική δύναμη και η έλλειψη εργατικής δύναμης υποχρεώνουν σε επιταχυνόμενη υποκατάσταση εργατικής δύναμης από μηχανήματα με τη βοήθεια νεότερης τεχνολογίας και οδηγούν έτσι κατά κανόνα σε ταχύτερη ανάπτυξη της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. 

3. Αλλά και η δομή των σχέσεων διανομής ευνοεί κατά μέσο όρο την κεφαλαιακή συσσώρευση στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες σε σύγκριση με τις περισσότερο αναπτυγμένες. Αν και βάσει του ψηλότερου επίπεδου παραγωγικότητας, το αναγκαίο μέρος της εργάσιμης ημέρας στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες είναι μικρότερο και γι' αυτό εκεί το ποσοστό υπεραξίας ψηλότερο, προκαλούν με αυξανόμενο επίπεδο συσσώρευσης τρεις παράγοντες τη βαθμιαία μετατόπιση του λόγου κερδών - μισθών προς όφελος των κερδών.

Πρώτα, η πίεση του εφεδρικού στρατού πάνω στην αγωνιστικότητα της εργατικής τάξης είναι στις πιο αναπτυγμένες χώρες, με ψηλότερο επίπεδο απασχόλησης, τις περισσότερες φορές μικρότερη απ' ότι στις λιγότερο παραγωγικές, όπου προλεταριοποιημένοι αγρότες, χειροτέχνες και έμποροι, τροφοδοτούν με σχετική περίσσεια την αγορά εργασίας, ως προς τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στη διευρυμένη διαδικασία βιομηχανικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου. 

Κατά δεύτερο λόγο με την όλο και βαθύτερη εισχώρηση και επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων σε μια χώρα, αυξάνεται και το σχετικό μερίδιο των μισθωτών στους απασχολούμενους, έτσι ώστε το πραγματικό μερίδιο των μισθών να είναι στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες μεγαλύτερο από ό,τι στις λιγότερο αναπτυγμένες. Ακόμα κι αν παρέμενε στάσιμο το καθαρό μερίδιο των μισθών στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες, η αύξηση του πραγματικού μεριδίου των μισθών (μέσω της ανόδου της αναλογίας των μισθωτών στους απασχολούμενους) εφάπτεται αρνητικά στο μέσο ποσοστό κέρδους, γιατί ιδιοποιείται από τους μισθωτούς ένα αυξανόμενο μέρος της αξίας του καθαρού προϊόντος σε βάρος του μεριδίου των κερδών. 

Τρίτο, με την όλο και βαθύτερη εισχώρηση και επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων σε μια χώρα αυξάνεται η αναλογία των μη παραγωγικών εργατών στο συλλογικό εργάτη έτσι ώστε να δαπανάται ένα όλο μεγαλύτερο μέρος του όγκου της υπεραξίας σε μισθούς για μη παραγωγική εργασία και ο λόγος κερδών - μισθών να μετατοπίζεται προς όφελος του μεριδίου των μισθών. Τροποποιήσεις αυτών των αντικειμενικά καθορισμένων αναλογιών κέρδους - μισθών σε άνισα αναπτυγμένες χώρες προκύπτουν από τη διαφορετική αγωνιστική συνείδηση της εργατικής τάξης στις διάφορες χώρες. 

Ο αντικειμενικός καθορισμός της σχέσης διανομής επιτρέπει συνεπώς μόνο μια χοντρική εκτίμηση των αναλογιών κέρδους - μισθών, τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των οποίων μπορούν, λόγω διαφοροποιήσεων του υποκειμενικού παράγοντα σε καθορισμένες ιστορικές καταστάσεις, να παρεκκλίνουν αρκετά από τον αντικειμενικά αναμενόμενο λόγο. Βάσει του διαφορετικού επιπέδου στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, της άνισης δομής των τομέων της οικονομίας και του άνισου λόγου διαίρεσης της αξίας του καθαρού προϊόντος, μπορούν επομένως να αναμένονται διαφορετικές συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου ανάμεσα σε χώρες με άνισο απόλυτο επίπεδο συσσώρευσης. 

Αυτές οι άνισες συνθήκες αξιοποίησης θα εκφραστούν σε άνισα ποσοστά μεταβολής της κεφαλαιακής συσσώρευσης και βάσει ψηλότερων ποσοστών ανάπτυξης θα παράγουν στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες διαδικασίες εξίσωσης της υπάρχουσας διαφοράς στη συσσώρευση. Πάντως το σε ποιο βαθμό τα άνισα μέσα ποσοστά κέρδους θα επιδράσουν πάνω στα ποσοστά ανάπτυξης της αξίας του καθαρού προϊόντος εξαρτάται από την πίεση του ανταγωνισμού, που δέχονται τα διαφορετικά αναπτυγμένα εθνικά κεφάλαια. Έτσι μπορούμε να πούμε, πώς μια λιγότερο αναπτυγμένη χώρα, δεν μπορεί να μετατρέψει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τις εν δυνάμει ευνοϊκότερες συνθήκες συσσώρευσης της απέναντι σε μια περισσότερο αναπτυγμένη χώρα, σε διαφορές ρυθμών ανάπτυξης, αν η πίεση του ανταγωνισμού που ασκείται πάνω στο εθνικό κεφάλαιο αυτής της χώρας είναι μικρή. 

Σαν κλίμακα για το βαθμό του ανταγωνισμού στις διάφορες χώρες μπορεί να μας χρησιμεύσει ο βαθμός της ενσωμάτωσης των ξεχωριστών εθνικών κεφαλαίων στην παγκόσμια αγορά. Όσο πιο προστατευμένο είναι το εθνικό κεφάλαιο από την παγκόσμια αγορά μέσω προστατευτικών μέτρων, τόσο μικρότερη θα είναι η πίεση του ανταγωνισμού που θα ασκείται πάνω στα κεφάλαια αυτής της χώρας. Αντίθετα στις χώρες, που δεν παρεμβάλλουν ανάμεσα στα κεφάλαια τους και την παγκόσμια αγορά κανενός είδους δασμούς, περιορισμούς εισαγωγών ή μονομερείς εμπορικούς φραγμούς, ο εξαναγκασμός για επιταχυνόμενη εξάπλωση των παραγωγικών δυνάμεων θα επιδράσει βάσει της μεγάλης πίεσης του ανταγωνισμού περισσότερο από παντού αλλού. 

Αν οι συνθήκες αξιοποίησης δύο εθνικών κεφαλαίων αποκλίνουν μόνο ελάχιστα μεταξύ τους, είναι απόλυτα δυνατό να οδηγήσει η διαφορετική πίεση του ανταγωνισμού που υπάρχει στις δύο χώρες βάσει ενός αποκλίνοντος βαθμού ενσωμάτωσης στην παγκόσμια αγορά σε πολύ διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης της αξίας του καθαρού προϊόντος των δύο χωρών. Η αναλογία των επενδύσεων στο εθνικό εισόδημα της χώρας με τη μεγαλύτερη ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά θα είναι κάτω απ' αυτές τις συνθήκες μεγαλύτερη από αυτή της χώρας με το μεγαλύτερο προστατευτισμό. Προτού λοιπόν αναλυθεί στη βάση αυτών των υποθέσεων η εμπειρική πορεία της συσσώρευσης στις κοινοτικές χώρες Ιταλία, Μ. Βρετανία, Γαλλία και ΟΔΓ, πρέπει να παρουσιάσουμε κατ' αρχή το σύστημα των δεικτών, με τη βοήθεια του οποίου θα μετρηθούν σ' αυτή την εργασία οι συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου. 

Σαν δείκτης για την εξέλιξη των συνθηκών αξιοποίησης στις χώρες της ΕΟΚ χρησιμοποιείται σ' αυτή την ανάλυση η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου. δγ είναι το γινόμενο της οριακής παραγωγικότητας του κεφαλαίου (~) επί τον οριακό λόγο κερδών (1ψ): δγ = ~ °('~"Δγ)· W καθαρή αξία· Ι επένδυση· Ι, μισθός). Η χρησιμοποίηση της μέσης αποδοτικότητας του κεφαλαίου r = - - ~ (ΐ - - ), στη θέση της οριακής δεν γίνεται δυνατή στην ανάλυση της ΕΟΚ λόγω ελλιπούς στατιστικού υλικού σχετικά με το επενδεδυμένο κεφάλαιο σε εγκαταστάσεις (κεφαλαιακό απόθεμα) στις διάφορες χώρες. 

Πρώτον: οι χρονικές σειρές των εκτιμήσεων του κεφαλαιακού αποθέματος τερματίζουν σε διαφορετικά χρονικά σημεία στα τέλη της δεκαετίας του 60. 

Δεύτερον: η βάση τιμών γι' αυτές τις εκτιμήσεις του κεφαλαιακού αποθέματος στις διάφορες χώρες δεν είναι ενιαία. 

Τρίτο: το σημαντικότερο εμπόδιο για μια διεθνή σύγκριση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, οι εκτιμήσεις του κεφαλαιακού αποθέματος βασίζονται από χώρα σε χώρα σε διαφορετικές μεθόδους. 

Εδώ είναι πάντως το πρόβλημα της αξιολόγησης σημαντικό. Ανάλογα με τη βάση αξιολόγησης (στην αξία κτήσης, στην αξία αγοράς, στην αξία αντικατάστασης κτλ.) αποκλίνουν οι απόλυτες αξίες του κεφαλαιακού αποθέματος σημαντικά και οδηγούν σε διαφορετικά δεδομένα για τη παραγωγικότητα του κεφαλαίου7.

Από την άλλη μεριά οι εκτιμήσεις του κεφαλαιακού αποθέματος βασίζονται σε διαφορετικές συναρτήσεις του μέρους του πάγιου κεφαλαίου που δεν έχει φθαρεί δηλαδή σε διαφορετικές μεθόδους απόσβεσης. Έτσι ώστε και από αυτή την πλευρά να αποκλίνουν οι απόλυτες αξίες του κεφαλαιακού αποθέματος μεταξύ τους. Πόσο επισφαλές είναι το πρόβλημα των στοιχείων για διεθνείς συγκρίσεις του κεφαλαιακού αποθέματος, συνοψίζει ο Schatz όπως παρακάτω: «..υπολογισμοί κεφαλαιακού αποθέματος υπάρχουν μόνο για ένα περιορισμένο αριθμό χωρών. Από μια μελέτη του ΟΟΣΑ βλέπουμε, ότι υπάρχουν μόνο για 12 χώρες του ΟΟΣΑ διαθέσιμα στοιχεία για το ακαθάριστο κεφαλαιακό απόθεμα, μέσα σ' αυτά μάλιστα πολλές ιδιωτικές εκτιμήσεις. Οι μέθοδοι εκτιμήσεων διαφέρουν - μόνο 5 από τις χρονοσειρές ξεπερνούν το έτος 1960. Μακρύτερες χρονικές σειρές που να φθάνουν μέχρι το παρόν είναι ακόμη λιγότερες· επιπλέον οι εκτιμήσεις για το πραγματικό κεφαλαιακό απόθεμα βασίζονται σε διαφορετικά έτη ως βάση τιμών»8. 

Διεθνείς συγκρίσεις της μέσης αποδοτικότητας του κεφαλαίου δεν μπορούν λοιπόν να πραγματοποιηθούν τώρα λόγω του προβλήματος των στοιχείων για τον προσδιορισμό της μέσης παραγωγικότητας του κεφαλαίου. Σαν διέξοδος προσφέρεται η χρησιμοποίηση της οριακής κεφαλαιακής αποδοτικότητας στις διεθνείς συγκρίσεις για τις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου. Τα απαραίτητα δεδομένα (αύξηση της αξίας ΔΥ, καθαρές επενδύσεις εγκαταστάσεων Ι, οριακός λόγος μισθών τψ) μπορούν να προσδιορισθούν εύκολα από τους γενικούς εθνικούς λογαριασμούς των διαφόρων χωρών και λόγω της εξίσωσης διεθνώς των μεθοδολογικών εργαλείων για τους εθνικούς λογαριασμούς, μπορούν να συγκριθούν επίσης πολύ καλά. Σε αντίθεση με τη μέση αποδοτικότητα του κεφαλαίου, που καλύπτει το μέρος του συνολικού νέου αξιακού προϊόντος μιας περιόδου στο συνολικό κεφαλαιακό απόθεμα, που ιδιοποιείται σαν κέρδος η κεφαλαιοκρατία, η οριακή κεφαλαιακή αποδοτικότητα συσχετίζει την σε μια περίοδο επιπλέον παραχθείσα αξία (ΔΥ), που ιδιοποιήθηκε η κεφαλαιοκρατική τάξη, με την αύξηση του κεφαλαιακού αποθέματος σ' αυτό το διάστημα, δηλ. τις καθαρές επενδύσεις εγκαταστάσεων. Με το πέρασμα του χρόνου μπορεί κανείς από την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου δγ, όπως επίσης και από τις συνιστώσες της την οριακή παραγωγικότητα του κεφαλαίου και τον οριακό λόγο κερδών να βγάλει συμπεράσματα σχετικά με την αναπτυξιακή κατεύθυνση της μέσης κεφαλαιακής αποδοτικότητας και μαζί της των συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου. 

Όταν η οριακή αποδοτικότητα πέφτει διαρκώς σ' ένα χρονικό διάστημα, τότε έχει πέσει επίσης και η μέση αποδοτικότητα r και από την αναπτυξιακή κατεύθυνση της οριακής παραγωγικότητας του κεφαλαίου (~) και επίσης του οριακού λόγου κερδών (1re) παίρνει κανείς ενδείξεις για τα κυριότερα αίτια αυτής της τάσης. Σε αντίθεση με τη γενική έννοια της αποδοτικότητας, η έννοια του οριακού έχει το προτέρημα ότι τονίζει κατά οξύτερο τρόπο τις αλλαγές στις συνθήκες της αποδοτικότητας. Ενώ ήδη γίνονται εύκολα ορατές ελαφρές μετατοπίσεις στην παραγωγικότητα του κεφαλαίου και επίσης στις σχέσεις διανομής, τεκμηριώνονται ασαφώς αυτές οι αλλαγές της τάσης στις αξίες της μέσης κεφαλαιακής αποδοτικότητας. 

Από την οριακή αποδοτικότητα δεν παίρνει κανείς μόνο ενδείξεις για την αναπτυξιακή κατεύθυνση των εκάστοτε εθνικών συνθηκών αξιοποίησης, η σύγκριση της οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου διαφόρων χωρών επιτρέπει επίσης να βγουν συμπεράσματα για τα διαφορετικά μέσα ποσοστά κέρδους στη διεθνή σύγκριση. Είναι βέβαια στατιστικά δυνατό το να πραγματοποιεί μια χώρα Α σε μια περίοδο Χ χρόνων διαρκώς, μια χαμηλότερη οριακή κεφαλαιακή αποδοτικότητα απ' ότι μια χώρα Β, παρόλο που η απόλυτη κεφαλαιακή αποδοτικότητα της βρίσκεται ψηλότερα απ' αυτή της χώρας Β· θεωρητικοί συλλογισμοί σχετικά με τη συσσώρευση καταδεικνύουν όμως αυτή τη στατιστική δυνατότητα πράγματι σαν απίθανη. Η χώρα Α μ' ένα ψηλότερο επίπεδο συσσώρευσης και επίσης ένα κατά μέσο όρο χαμηλότερο ποσοστό κέρδους θα παρουσιάζει κατά κανόνα επίσης μια χαμηλότερη οριακή κεφαλαιακή αποδοτικότητα απ' ότι μια λιγότερο ανεπτυγμένη χώρα Β. Αυτός ο κανόνας μπορεί να πάψει να ισχύει σε μεμονωμένα έτη, όπου έχουμε ανάμεσα σε δυο χώρες μια ασύγχρονη πορεία του κύκλου συσσώρευσης, όσο μεγαλύτερο είναι όμως το χρονικό διάστημα που εξετάζουμε, με τόσο μεγαλύτερη ακρίβεια θα αντικατοπτρίζει η οριακή αποδοτικότητα (Ar) όχι μόνο την τάση αλλά επίσης και την απόσταση στις συνθήκες αξιοποίησης των δύο χωρών. 

2.2. Η εμπειρική δομή της άνισης ανάπτυξης στην ΕΟΚ 
Η εξέλιξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου στην Ιταλία, Μεγ. Βρετανία, Γαλλία και ΟΔΓ από το 1950 ως το 75 (σύγκρινε πίνακες 1 και 2) χαρακτηρίζεται από ένα κοινό μοτίβο. Σαν έκφραση της πτώσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου, που μπορεί να παρατηρηθεί καθαρά και στις 4 χώρες, πέφτουν μακροπρόθεσμα και τα ποσοστά αύξησης του κοινωνικού προϊόντος. Η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου επιδρά και στις 4 χώρες σε μια όλο και περισσότερο φθίνουσα παραγωγικότητα του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα μετατοπίζεται στο πέρασμα του χρόνου και η δεύτερη συνιστώσα του ποσοστού κέρδους, ο λόγος κερδών μισθών, όλο και περισσότερο σε βάρος του κεφαλαίου. Η ελάττωση του εφεδρικού στρατού, που διακρίνεται καθαρά απ' την αρχή της δεκαετίας του 60 στην ΟΔΓ, την Ιταλία και τη Γαλλία, όπως και το δυνάμωμα της οικονομικής ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης και στις 4 χώρες από τα τέλη της δεκαετίας του 60, οδηγούν στην ιδιοποίηση ενός μεγαλύτερου μέρους από την αξία του καθαρού προϊόντος, από την εργατική τάξη. Οι τάσεις στασιμότητας στη συσσώρευση του κεφαλαίου από την αρχή της δεκαετίας του 70 είναι αποτέλεσμα τόσο της πτώσης της παραγωγικότητας του κεφαλαίου όσο και της βελτιωμένης θέσης της εργατικής τάξης στη διανομή. 

Αν και το οικονομικό μοτίβο είναι κοινό στις 4 χώρες της ΕΟΚ, η συσσώρευση του κεφαλαίου εξελίσσεται εν τούτοις ιδιαίτερα άνισα: Οι τιμές που δείχνουν τη συσσώρευση του κεφαλαίου και τα ποσοστά αύξησης του κοινωνικού προϊόντος αποκλίνουν σημαντικά. Μερικές πρώτες εκτιμήσεις των στοιχείων που περιλαμβάνονται στους πίνακες 1 και 2 μας δίνουν: 

α) Η Ιταλία κατέχει σ' όλες τις περιόδους που κάνουμε τη σύγκριση κορυφαία θέση στην εξέλιξη της δυτικοευρωπαϊκής κεφαλαιακής συσσώρευσης. Από το 1952 ως το 60 βρίσκεται σε δεύτερη θέση (πίσω από την ΟΔΓ) στα ποσοστά ανάπτυξης του καθαρού κοινωνικού προϊόντος απ' το 61 ως το 70 παίρνει την πρώτη θέση, για να ξαναπεράσει μεταξύ 71 και 74 στη δεύτερη θέση πίσω από τη Γαλλία. Εν όψει του αναπτυξιακού χάσματος μεταξύ Ιταλίας και των άλλων τριών χωρών δεν εκπλήσσει ο ψηλός αυτός ιταλικός ρυθμός συσσώρευσης· αντίθετα, χρειάζεται μάλλον μια ερμηνεία, γιατί τα ιταλικά ποσοστά ανάπτυξης δε βρίσκονταν συνεχώς και σαφώς μπροστά από τα αντίστοιχα της Γαλλίας, της Μεγ. Βρετανίας και της ΟΔΓ. 

β) Η Γαλλία έχοντας τη δεκαετία του 50 ποσοστά ανάπτυξης κάτω από το μέσο όρο διακρίνεται από την αρχή της δεκαετίας του 60, διατηρώντας τις πιο σταθερές, σε ενδοευρωπαϊκή σύγκριση, συνθήκες συσσώρευσης. Τα ποσοστά αύξησης του κοινωνικού προϊόντος, η οριακή αποδοτικότητα και η οριακή παραγωγικότητα του κεφαλαίου όπως και ο οριακός λόγος κερδών της Γαλλίας, βρίσκονται από το 61 σε κορυφαίες ευρωπαϊκές θέσεις. Δίπλα στην αξιοσημείωτη αύξηση των γαλλικών ποσοστών ανάπτυξης απ' το 61 ως το 70, σχετικά με την περίοδο 52 ως 60, χρειάζεται και η σχετική σταθερότητα των γαλλικών συνθηκών συσσώρευσης του κεφαλαίου μια ιδιαίτερη ερμηνεία. 

γ) Η Μεγ. Βρετανία, και στη δεκαετία του 50 και του 60, βρίσκεται, με όλες τις τιμές των δεικτών της διαδικασίας συσσώρευσης που εξετάσαμε, στην τελευταία θέση. Στη δεκαετία του 70 πάντως βρίσκονται η ΟΔΓ και η Μεγ. Βρετανία, στην ίδια μοίρα από άποψη της ποσοστικής έκτασης των τάσεων στασιμότητας της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η ειδική μελέτη συσσώρευσης για τη Μεγ. Βρετανία πρέπει να εξηγήσει τις αιτίες, που έφεραν τη βρετανική οικονομία από την κορυφή της Ευρώπης, σε ένα επίπεδο συσσώρευσης στην αρχή της δεκαετίας του 50, με ποσοστά ανάπτυξης κάτω του μέσου όρου μέχρι σχεδόν το ιταλικό επίπεδο παραγωγής στη μέση της δεκαετίας του 70. 

δ) Η φθίνουσα πορεία, που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή συσσώρευση του κεφαλαίου από το 1952 ως το 75, σαν έκφραση της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους, διακρίνεται πιο έκδηλα στην ΟΔΓ. Από ιδιαίτερα ψηλά ποσοστά ανάπτυξης στη δεκαετία του 50 πέφτει η ΟΔΓ στη δεκαετία του 60 στην τρίτη θέση ανάμεσα στις 4 χώρες που συγκρίνουμε, ενώ στη δεκαετία του 70 δεν ξεπερνάει ούτε τη Μεγ. Βρετανία. Αυτή η εμφανής μεταστροφή των ποσοστών ανάπτυξης της ΟΔΓ, που βασικά εμφανίζεται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 50, απαιτεί παρακάτω ιδιαίτερη προσοχή.

Αναλυτικότερα:

α) Ιταλία: Ανάλογα με την απόσταση ανάπτυξης ως προς τη Μ. Βρετανία, τη Γαλλία και την ΟΔΓ, η Ιταλία πραγματοποίησε στις δεκαετίες του 50 και του 60 συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου πάνω απ' το μέσο όρο σε δυτικοευρωπαϊκή σύγκριση και σε συνάρτηση μ' αυτό, ποσοστά αύξησης του καθαρού κοινων. προϊόντος πάνω απ' το μέσο όρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου